Πέμπτη, 21 Μάιος 2015 11:09

Περιμένοντας τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό στον χώρο της έρευνας

Περιμένοντας τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό στον χώρο της έρευνας

Pascal Normand*

Γεράσιμος Κορρές**

 

H σύσταση θέσης Αναπληρωτή Υπουργού σε θέματα Έρευνας και Καινοτομίας στο Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων (Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ.) με αυξημένες αρμοδιότητες και πέραν εκείνων που είχαν ανατεθείποτέ στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ), έδωσε το στίγμα της σημερινής Κυβέρνησης της αριστεράςεπισημαίνοντας την σημασία που δίνει στην «κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση» της χώρας τόσο στο εμβληματικό τρίγωνο της γνώσης, Παιδεία - Έρευνα - Καινοτομία, όσο και στονοραματικά ενιαίο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας, σε συμφωνία πάντα με τις προεκλογικέςδεσμεύσειςκαι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Το νομοσχέδιο»Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις» που προετοιμάστηκε απουσία των φορέων της έρευνας και ψηφίστηκε από την Βουλή μόλις τον Δεκέμβρη 2014για να αποτελέσει το νόμο 4310/2014, είχε σαν βασικό του «όραμα» την προώθηση μιας βαθιάς νεοφιλελεύθερης και απορρυθμιστικής πολιτικής στον χώρο της έρευνας ενάντια στο δημόσιο συμφέρον με αντιδημοκρατικές ρυθμίσεις που προωθούσαν έως και τη σύσταση επιτροπών βάσει του κριτηρίουκατοχής της ελληνικής ιθαγένειας (βλ. άρθρα10.3 και 12.1) παραβιάζοντας έτσι το Ελληνικό και το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. Στον αντίποδα ο ΣΥΡΙΖΑ ανακοίνωνε τις επεξεργασμένες θέσεις του,υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων το δημόσιο χαρακτήρα των ΑΕΙ και των Ερευνητικών Κέντρων (ΕΚ), τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, την υποστήριξη της βασικής έρευνας και του ερευνητή (ειδικά μάλιστα του νέου ερευνητή), την άμεση ανακοπή της αιμορραγίας σε ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό, τη συμβολή από κοινού των ΑΕΙ και ΕΚ στο στρατηγικό σχεδιασμό μιας μακροπρόθεσμης εθνικής ερευνητικής πολιτικής, την ανάγκη κοινών διοικητικών δομών μεταξύ των ΑΕΙ και ΕΚ, κ.τ.λ. (βλ. Θ. Φωτίου, «Η έρευνα στο απόσπασμα», Εποχή, 2.12.2014). Ιδιαίτερη σημασία συμφώνα με την παραπάνω αναφορά έχει και η δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ για «Άμεσες ρυθμίσεις προκειμένου να αποκατασταθεί το πνεύμα ισοτιμίας των υφιστάμενων ερευνητικών κέντρων και των ΑΕΙ» και η πρόταση του ότι «θα θεσπιστούν μέτρα για ένα δημοκρατικό, μη συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης και κίνητρα συνεργιών για την όσο το δυνατό καλύτερη αξιοποίηση ανθρωπίνου δυναμικού και δημόσιων υποδομών.»Η ανάγκη αλλαγής του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των ΑΕΙ και ΕΚ τονίστηκε επίσης από τον Πρωθυπουργό στην ομιλία του κατά την διάρκειατων προγραμματικών δηλώσεων της Κυβέρνησης (08-02-2015).

Παρά το γεγονός ότιτα παραπάνω σηματοδοτούν ένα σαφές προοδευτικό σχέδιογια τον χώρο τηςΑνώτατης Εκπαίδευσης και της Έρευνας και εκφράζουν την βούληση να ρυθμιστεί άμεσα η κείμενη νομοθεσία ώστε να διασφαλιστεί η δημοκρατική διακυβέρνηση στη λειτουργία των ΕΚ και των ΑΕΙ, το πολυνομοσχέδιο του Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ. που αναμένεται νακατατεθεί προς δημόσια διαβούλευση και οι τροπολογίες που προτείνονται σε αυτό επιφυλάσσουν μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση στους δύο προαναφερθέντες χώρους επιβεβαιώνοντας δυστυχώςτην συνέχιση μιας χρόνιας ελληνικής παθογένειας που θέλει να αντιμετωπίζει τα ΕΚ και τα ΑΕΙ στη βάση μιας ριζικά διαφορετικής αντίληψης ως προς το διοικητικό μοντέλο λειτουργίας τους.

Το άρθρο 16 παράγραφος 5 του Συντάγματος ορίζει ότι: «H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση.(...)». Ο όρος «πλήρης αυτοδιοίκηση» παραπέμπει στη διοικητική αυτονομία των οργανικών μονάδων των ΑΕΙ και ειδικότεραστην ανεξάρτητη λειτουργία τους από το κράτος. Η αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ διασφαλίζει θεσμικά την άσκηση του δικαιώματος της ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή της ελευθερίας της διδασκαλίας, της επιστήμης και της έρευνας όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Μια άλλη εξίσου σημαντική και ουσιαστική διάσταση της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης και της ακαδημαϊκής ελευθερίας αφορά όχι μόνο στα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου αλλά και στα δικαιώματα του πολίτη και την ενεργοποίησή του σε ένα κοινωνικό σύνολο με τη δυνατότητα συμμετοχής σε θεσμικά όργανα διαμόρφωσης και άσκησης πολιτικής.

Τα παραπάνω συνιστούν βασικά στοιχειά του οράματος του Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ. και της βούλησής του να αποκατασταθεί το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ, να αποκατασταθούν ζητήματα αντισυνταγματικότητας της κείμενης νομοθεσίας (βλέπε σύσταση και αρμοδιότητες των Συμβουλίων Ιδρυμάτων)και να προωθηθεί ένα μοντέλο δημοκρατικής διακυβέρνησης στο οποίο να διασφαλίζεται η δυνατότητα συμμετοχής όλων των συνιστωσών (μελή ΔΕΠ, φοιτητές, διοικητικό και τεχνικό προσωπικό, κτλ.) στη σύσταση και λειτουργία των οργάνων των Ιδρυμάτων. Ενώόμως μπορεί να θεωρηθεί ότι το πολυνομοσχέδιο του Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θείναι σε συμφωνία με τις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και τις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης όσον αφορά τα ΑΕΙ, δεν ισχύει το ίδιο και για τα Ερευνητικά Κέντρα και το ανθρώπινο δυναμικό τους όπου το μοντέλο διοίκησης και λήψης αποφάσεων ήταν και παραμένει υπερσυγκεντρωτικό, αναχρονιστικό και τελικά αναποτελεσματικό.

Οι σχετικές με την έρευνα τροπολογίες του πολυνομοσχεδίου δεν εισάγουν καμία ουσιαστική βελτίωση στην οργανωτική δομή και λειτουργία των ΕΚ, τα οποία για άλλη μια φορά θα αναγκαστούν να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται κάτω από ένα αναχρονιστικό και αυταρχικό μοντέλο διοίκησηςκαι φυσικά σε πλήρη αναντιστοιχία με τα ΑΕΙ με τα οποία ας σημειωθεί οραματιζόμαστε να αποτελέσουν έναν ενιαίο χώρο στην βάση της ισοτιμίας και της αυτοτέλειας. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθεί ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (ν. 4310/2014), τα όργανα των ΕΚ περιλαμβάνουν κυρίως, τον Διευθυντή Κέντρου, τους Διευθυντές Ινστιτούτων, το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ)αποτελούμενο από τους Διευθυντές Κέντρου και Ινστιτούτων, έναν εκπρόσωπο της ΓΓΕΤ, έναν εκπρόσωπο των Ερευνητών/ΕΛΕ και έναν εκπρόσωπο του ειδικού επιστημονικού −τεχνικού και διοικητικού τακτικού προσωπικού, καθώς και τα Επιστημονικά Συμβούλια Ινστιτούτων (ΕΣΙ) όπου προεδρεύει ο Διευθυντής Ινστιτούτου. Στις επταμελείς επιτροπές εκλογής των μονοπρόσωπων οργάνων των ΕΚ (δηλαδή των Διευθυντών Κέντρου και Ινστιτούτου) συμμετέχουν μόνο δύο ερευνητές του οικείου Ερευνητικού Κέντρου και πέντε εξωτερικοί κριτές που επιλέγει ο εκάστοτεΥπουργός Παιδείας από ένα κατάλογο προσώπων που προτείνει το ΔΣ του Κέντρου και «φιλτράρει» το ΕΣΕΤΑΚ (Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας). Το σώμα των ερευνητών και το λοιπό προσωπικό δεν νοείται να έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις επιτροπές εκλογής των μονοπρόσωπων οργάνων. Ένας πλήρης αναχρονισμός και μια απαράδεκτη κατάσταση που αποφεύγει να ρυθμίσει το Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ. με το πολυνομοσχέδιό του. Τέλος, πρέπει να τονίσουμε ότι και στο πολυνομοσχέδιο τα ΕΣΙ δεν έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες αλλά παραμένουν συμβουλευτικά όργανα όπως το λέει εξάλλου η ονομασία τους...

Βάσει των παραπάνω είναι σαφές ότι η προτεινόμενη λειτουργία των ΕΚ απέχει πολύ από τοαυτοδιοίκητο μοντέλο διακυβέρνησης των ΑΕΙ το οποίο με σαφή τρόπο προωθεί το πολυνομοσχέδιο. Αν και κανείς μπορεί να εντοπίσει «διακριτικές» βελτιώσεις σε ρυθμίσεις του πολυνομοσχεδίου που αφορούν τη δυνατότητα συμμετοχής των ερευνητών και του λοιπού προσωπικού στη λειτουργία των ΕΚ (π.χ., «τόνωση της δημοκρατικής συμμετοχής» με την επέκταση του δικαιώματοςέκφρασης γνώμηςστην εκλογή Διευθυντών και στο λοιπό προσωπικό…), το πολυνομοσχέδιο απέχει πολύ από το να πραγματοποιήσει το αναγκαίο άλμα εκδημοκρατισμού που περιμένει για χρόνια η ερευνητική κοινότητα. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η περιορισμένη δυνατότητα συμμετοχής των ερευνητών στα θεσμικά όργανα διαμόρφωσης και άσκησης πολιτικής είναι, κατά ειρωνεία της τύχης, σε πλήρη αντίφαση με την τόνωση του καινοτομικού πνεύματος που προσδοκά σήμερα η πολιτεία από τους ερευνητές της.

Καταφεύγοντας σε μια από πολλές απόψεις ακατανόητη στρατηγική του στιλ «το θέμα του εκδημοκρατισμού των ΕΚ θα εξεταστεί στα πλαίσια ενός μελλοντικού νομοσχεδίου για την έρευνα», το Υ.ΠΟ.ΠΑΙ.Θ. επιλέγει τελικά να συντηρήσει μια σοβαρή παθογένειαπου κυριαρχεί στα Ερευνητικά Κέντρα της χώραςκαι πουγια χρόνια στερείτο δικαίωμα και την δυνατότητα από την κατά κοινή ομολογία υψηλού επιπέδου ελληνική ερευνητική κοινότητα να αποκτήσει μια πραγματική οντότητα με ουσιαστικήσυνεισφορά στην ανάπτυξη της χώρας. Μια πραγματικότητα που καταδίκασε ο ΣΥΡΙΖΑ τονίζοντας το ιδιαίτερο βάρος που δίνει στην προώθηση της έρευνας για την «κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση» της χώρας.

Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν που παραμένει είναι το κατά πόσο σήμερα θα κάνουμε με απτά μέτρα φανερή την πρόθεσή μας για ουσιαστικό εκδημοκρατισμό του ελληνικού ερευνητικού συστήματος ή θα το αναβάλουμε για μια επόμενη φορά. [

 

*Ερευνητής στο Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος»

** Ερευνητής στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών