Θανοπούλου Μαρία, Παπαθανασίου Ιωάννα, Τσίγκανου Ιωάννα*

 

Oι αλλεπάλληλες νομοθετικές παρεμβάσεις που ακολούθησαν τον Ν. 1514/85 και οι μνημονιακές πολιτικές που εφαρμόστηκαν στο χώρο της έρευνας έχουν διαμορφώσει ένα μάλλον ζοφερό ερευνητικό τοπίο. Ένα τοπίο ελάχιστα έως καθόλου ελκυστικό για τους νέους επιστήμονες της χώρας εφόσον κυριαρχούν η υποβάθμιση του ερευνητικού έργου, η απαξίωση του ερευνητικού προσωπικού, η υποχρηματοδότηση των ερευνητικών θεσμών.

Η αναγέννηση του ερευνητικού χώρου δεν μπορεί να συντελεστεί ακολουθώντας τις ίδιες πεπαλαιωμένες και αναποτελεσματικές ‘συνταγές': νομοθετικούς πειρασματισμούς χωρίς όραμα, σχέδιο και προοπτική και ‘νομοτεχνικές βελτιώσεις' που διατηρούν αναλλοίωτη τη φιλοσοφία προηγηθέντων και υφιστάμενων νομοθετημάτων. Έχει καταστεί πλέον σαφές ότι οποιαδήποτε νέα νομοθετική πρωτοβουλία για την έρευνα δεν μπορεί να προηγείται της συζήτησης για τη χάραξη νέας πολιτικής για την έρευνα στη χώρα.

Το ζήτημα δεν είναι να θεσπιστεί ένας νέος νόμος για την έρευνα που, όπως όλοι οι προηγούμενοι, θα "τακτοποιεί" εκκρεμότητες και δυσλειτουργίες, πολλές φορές και χωρίς την αναγκαία συναίνεση. Το ζήτημα είναι να αποκτήσει η χώρα νέα εθνική πολιτική για την έρευνα που να υπηρετεί πρωτίστως τα του «οίκου» μας. Μια πολιτική που θα είναι απόρροια στοχασμού για το ρόλο της έρευνας στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Μια πολιτική που δεν θα περιορίζεται στο να μεταφέρει άκριτα και αποσπασματικά στοιχεία ερευνητικών πολιτικών άλλων χωρών οι οποίες έχουν σχεδιαστεί σε διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Δεν μπορεί πλέον η χάραξη πολιτικής για την έρευνα να εξαντλείται σε απλή προσαρμογή ή εναρμόνιση του ελληνικού θεσμικού πλαισίου με τους ερευνητικούς σχεδιασμούς της Ε.Ε., συχνά στο όνομα της απορρόφησης ευρωπαϊκών κονδυλίων. Δεν μπορεί επίσης η πολιτική αυτή να ταυτίζεται με τους στόχους της αγοράς, της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας.

Μια νέα ‘δική' μας πολιτική για την έρευνα θα πρέπει να είναι στενά συνυφασμένη με τις εθνικές προτεραιότητες για την επιστήμη, την κοινωνία, την οικονομία, απόρροια ενός οράματος προόδου. Θα πρέπει να υποστασιοποιεί την αρχή του δημοκρατικού ιδεώδους μέσα στο ερευνητικό σύστημα της χώρας. Θα πρέπει να υλοποιεί τη συνταγματική επιταγή για την προάσπιση της έρευνας ως δημόσιου αγαθού. Να προβλέπει δημόσια χρηματοδότησή της. Να υποστηρίζει το δημόσιο ερευνητικό σύστημα. Να κατοχυρώνει τον ερευνητή ως δημόσιο λειτουργό. Θα πρέπει να εγγυάται την ανεξαρτησία των ερευνητικών θεσμών και του ερευνητικού έργου ενισχύοντας τον ακαδημαϊκό του χαρακτήρα. Θα πρέπει να καθορίζει τη διάρθρωση του ερευνητικού συστήματος στη χώρα και να μεριμνά για την ενιαία ρύθμισή της λειτουργίας του. Θα πρέπει να υλοποιεί τη δέσμευση για τη δημιουργία ενιαίου χώρου έρευνας και παιδείας, τη σύνδεση της έρευνας με την ακαδημαϊκή διδασκαλία, να προβλέπει τη μετάδοση της πρωτογενώς κτηθείσας γνώσης στους εκκολαπτόμενους επιστήμονες.

Δεν αρκεί όμως να διασφαλιστούν οι παραπάνω βασικές αρχές εάν η νέα πολιτική για την έρευνα δεν προβλέπει και τους όρους αναπαραγωγής του ερευνητικού προσωπικού. Είναι αναγκαίο να υπάρξει μακροχρόνια στόχευση για τη συμπλήρωση, ανανέωση και επαύξησή του. Η πρόνοια αυτή μάλιστα θα πρέπει να ληφθεί έγκαιρα για να αναχαιτιστεί η διαρροή νέων επιστημόνων στο εξωτερικό, αλλά και για να εξασφαλιστεί η μεταβίβαση της ερευνητικής μνήμης, γνώσης και εμπειρίας πριν αποδυναμωθούν οι υφιστάμενοι ερευνητικοί θεσμοί από πεπειραμένους ερευνητές. Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα χρηματοδότησης, είναι και ζήτημα στόχευσης και κατεύθυνσης της πολιτικής ως προς το ρόλο των νέων ερευνητών στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Σήμερα είναι αναγκαία μια πορεία αντιστροφής. Αντί τα υφιστάμενα ερευνητικά κέντρα να επιβιώνουν ως θύματα της κρίσης να μεταμορφωθούν σε όχημα ανάπτυξης, σε εργαστήρια ιδεών και πόλους έλξης νέων επιστημόνων.

Μια νέα πολιτική για την έρευνα στη χώρα που θα χαρακτηριζόταν από ένα πνεύμα αναγέννησης θα χρειαζόταν νέα «νομή» του πεδίου της έρευνας. Τότε θα χρειαζόταν και η θέσπιση ενός νέου νόμου που να την υλοποιεί. Αν υπάρξει τέτοια κατεύθυνση η εκδαπάνηση του ερευνητικού στοχασμού σε ‘διορθώσεις' νομοθετημάτων θα μπορούσε να υποκατασταθεί από την ουσιαστική συμβολή του σε μια διαδικασία αναγέννησης του ερευνητικού χώρου. Η αναγέννηση αυτή δεν μπορεί να συντελεστεί χωρίς μια ολοκληρωμένη και ουσιαστική πρόταση της αριστεράς.

 

* Διευθύντριες Ερευνών - ΕΚΚΕ